Ένας νεαρός μπαίνει σ ένα φαρμακείο και ζητά προφυλακτικά.
-Ποια συσκευασία θέλετε; ρωτάει ο φαρμακοποιός. Έχουμε με τρία, έξι εννιά και δώδεκα.
-Να σας πω, λέει ο νεαρός. Απόψε έχω ραντεβού με μια πανέμορφη και φοβερά καυτή κοπέλα. Θα φάμε με τους γονείς της και μετά θα βγούμε βόλτα. Έχω το προαίσθημα πως απόψε θα το κάνουμε! Και είμαι σίγουρος πως αν αρχίσουμε Δε θα θέλει να σταματήσουμε. Γι αυτό, δώσε μου τη δωδεκάδα.
Το βράδυ έρχεται, ο νεαρός πηγαίνει στο σπίτι της κοπέλας και κάθονται στο τραπέζι οικογενειακώς για το δείπνο. Ο νεαρός παρακαλεί να πει αυτός την προσευχή και όλοι συμφωνούν. Αρχίζει να μουρμουρίζει την προσευχή και συνεχίζει έτσι για πέντε λεπτά. Η κοπέλα σκύβει προς το μέρος του και του ψιθυρίζει:
-Δεν μου είχες πει πως είσαι τόσο θρήσκος.
-Κι εσύ δεν μου είπες πως ο πατέρας σου είναι φαρμακοποιός
"Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα"
Albert Einstein
Ήταν δύο φίλοι (χβγ, ο Μπάμπης και ο Φώντας) και μια μέρα πήγαν στο δάσος για κυνήγι.
Όπως περπατούσαν μέσα στο δάσος, βλέπουν έναν κάστορα πιασμένο σε δόκανο για αρκούδες.
Λένε ο ένας στον άλλο, κρίμα το κακόμοιρο το ζωάκι, μικρό είναι, να το σώσουμε. Μόλις όμως ελευθερώνουν τον κάστορα, τσουπ! Μεταμορφώνεται σε μια γριά μάγισσα.
"Σας ευχαριστώ τόσο πολύ καλοί μου άνθρωποι, με σώσατε από βέβαιο θάνατο." , λέει η μάγισσα στους κυνηγούς.
"Για να σας ανταμείψω, δίνω στον καθένα σας τρία μαγικά αυγά. Μόλις τα σπάσετε, το πρώτο πράγμα που θα πείτε θα γίνει πραγματικότητα!"
Και όπως είπε αυτά τα λόγια, πουφ! Εξαφανίστηκε.
Φυσικά ο Μπάμπης και ο Φώντας δεν πίστευαν σε μάγισσες και μαλακίες, είπαν κάτι θα έφαγαν, τους πείραξε και είδαν παραισθήσεις.
Αλλά δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς βρέθηκαν τρία αυγά στην τσέπη του καθενός...
Μετά από αυτό το συμβάν οι δυο φίλοι χάθηκαν. Ύστερα όμως από δυο χρόνια συναντώται τυχαία οι δυο φίλοι σε ένα καφενείο: ο Μπάμπης φορώντας κουστούμι και με την Πόρσε παρκαρισμένη απ 'έξω, ο Φώντας το ίδιο κακομοίρης και φτωχός όπως παλιά.
"Πωωω ρε Φώντα!", λέει ο Μπάμπης. "Χαθήκαμε ρε φίλε, τι γίνεσαι;"
"Ε, εδώ, τα ίδια, φτώχεια και κακομοιριά", λέει ο Φώντας. "Εσένα όμως σε βλέπω πλούτισες! Τι έγινε;"
"Ποιός να του το πω και να με πιστέψει!", λέει ο Μπάμπης. "Θυμάσαι εκείνα τα αυγά; Ήταν όντως μαγικά! Όπως καθόμουν μια μέρα στο μπαλκόνι και κοίταζα τη θάλασσα, βγάζω ένα αυγό από τη τσέπη, το σπάω, λέω: Μακάρι να γέμιζε η θάλασσα καράβια! Και ξαφνικά γεμίζει η θάλασσα με εμπορικά πλοία!"
"Σπάω και το δεύτερο αυγό, λέω, να γεμίσουν τα καράβια χρυσάφι! Και γεμίζουν τα καράβια με χρυσό!"
"Σπάω και το τρίτο αυγό, λέω, να 'ταν όλα τα καράβια αυτά δικά μου! Και έτσι πλούτισα."
Λέει ο Φώντας, "Πωπω, μπράβο ρε Μπάμπη!"
Παρατηρεί τότε ο Μπάμπης ότι ο Φώντας δεν ήταν πλούσιος όπως αυτός και ρώτησε το Φώντα τι έκανε με τα δικά του αυγά.
"Άσε φίλε Μπάμπη" ,λέει ο Φώντας. "έγινε μαλακία."
"Όπως γύρισα σπίτι από το κυνήγι εκείνη τη μέρα, βγάζω τα αυγά από την τσέπη, τα αφήνω πάνω στο τραπέζι."
"Ξαφνικά, κυλάει το ένα αυγό, πέφτει και σπάει. ΑΡΧΙΔΙΑ!, φωνάζω. Και γεμίζει όλο το σπίτι με αρχίδια."
"Κολυμπώντας μέσα στα αρχίδια ψάχνω να βρω τα αυγά, βρίσκω ένα, το σπάω, λέω: ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ!"
"Ε, εντάξει", λέει ο Μπάμπης. "Έχασες δύο αυγά έτσι, αλλά σου έμεινε ένα αυγό, σωστά;"
Και λέει ο Φώντας: "Όχι, έσπασα και το τρίτο αυγό για να φέρω πίσω τα δικά μου αρχίδια!"